theatro h

Η Ποίηση του Γιάννη Εμμανουήλ «Ένα πρωτογενές υλικό, μια έντιμη προσπάθεια ψυχαγωγίας και αυτογνωσίας»

Η Ποίηση του Γιάννη Εμμανουήλ
4/2/2025
«Ένα πρωτογενές υλικό, μια έντιμη προσπάθεια ψυχαγωγίας και
αυτογνωσίας».

«Στέρηση: πηγή ιδεών και ονείρων» – εκδόσεις Χάρη Πάτση

Ο Γιάννης Εμμανουήλ είναι ηθοποιός και ποιητής, μέλος της Π.Ε.Λ. που σχεδόν πάντα δηλώνει παρών στις εκδηλώσεις του σωματείου. Ψηλόκορμος στιβαρός, ειλικρινής και χαμογελαστός με μια αύρα δυναμική και ευγενική ταυτόχρονα. 
Το βιβλίο του «Στέρηση: πηγή ιδεών και ονείρων» – εκδόσεις Χάρη Πάτση, περιέχει ποιήματα σατυρικά, ερωτικά, πολιτικά, κοινωνικά.
Σχεδόν όλα τα ποιήματά του, σε όποιο θέμα και αν αναφέρονται, έχουν πάντα μέσα τους το στοιχείο μιας λαϊκής σκωπτικής κριτικής, που ακόμα και αν διαφωνείς, σου δημιουργεί μια διάθεση χιουμοριστικής ελευθερίας.


Ένα βιβλίο με ελεύθερα τετράστιχα περίπου δεκαπεντασύλλαβα, με άλλοτε χιαστή, άλλοτε ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία και άλλοτε δίστιχα ατάκτως τακτοποιημένα να «αλανεύουν» στα ανθισμένα δρομάκια της τέχνης του, να ερωτοτροπούν με τη ζωή στα μπαράκια των ονείρων του. «Κανένας δεν φαντάζομαι που κράτησε μια πένα / να μην έσυρε και αυτός, τα χιλιοειπωμένα / Ζωή είσαι παράλογη, κουφή και εγωίστρια». Μια ζωή που ίσως αλλιώς ήθελε να του τα φέρει, όμως η ζωή δεν τα φέρνει ποτέ όπως τα θέλουμε γι’ αυτό και ο Εμμανουήλ τη διακωμωδεί με το ιδιαίτερο χιουμοριστικό ύφος και με μια πρωτογενή μορφή στους στίχους του. Με ειλικρίνεια και ντομπροσύνη, αφού όπως λέει στο ποίημα «Ο εαυτός μου»: «Βαδίζω τα ογδόντα δύο σε λίγο τα περνάω και είμαι λεβέντης όρθιος δεν θέλω να γερνάω».
Η ποίησή του δεν είναι άμεσα χιουμοριστική. Έχει περισσότερο μια αυθεντική λαϊκή στόφα, ένα απόσταγμα μιας θυμοσοφίας. «Για τη ζωή που έζησα δικαίως καμαρώνω. Δεν είναι τα λεφτά το παν. Όλους ενημερώνω».
Μας ενημερώνει και μας «εξημερώνει» με τη διάθεση κριτικής και υπόγειας διακωμώδησης των προσωπικών σχέσεων της κοινωνικής και της πολιτικής ζωής. Γιατί ο Εμμανουήλ δεν τα βρήκε εύκολα. Ό,τι απέκτησε το απέκτησε με κόπο στα πρώτα χρόνια του σαν οικοδόμος. «Με οποιονδήποτε καιρό / πιστός σε κάθε αφεντικό / του γνέφεις όπως ο χαφιές / ανάγκες να καλύψει».
Ο Καλλιτέχνης και λογοτέχνης Εμμανουήλ ξεπήδησε μέσα από τον κάματο της ζωής, σφυρηλατήθηκε από την εμπειρία και το βίωμα και έπειτα επιχρυσώθηκε με το διάβασμα, την μελέτη και την ενδοσκόπιση ώστε να μοιάζει σαν ένας θεατρίνος της γραφής, κομπέρ του δρόμου του, όπου οι λέξεις, και οι στίχοι να ειρωνεύονται, να προβοκάρουν, να δίνουν τόπο στην οργή, να χωρατεύουν και να χορεύουν μ’ ένα ρεφρενάκι: «Ας όψεται η τύχη σου / γεννήθηκες στη φτώχια / πλημμύρες μέσα στην ψυχή από τα πρωτοβρόχια». Γιατί ο Εμμανουήλ διατηρεί το προνόμιο ενός θυμόσοφου χιουμοριστικού ποιητή, που παρατηρεί, εκτονώνεται και εκτονώνει τη χύτρα της κοινωνικής κριτικής.


«Το πιάτο ξανά αδειανό / πάνω στο τραπέζι / και η πείνα στο στομάχι μου / ταμπούρλο πάλι παίζει». «Εκείνο που δεν κατάφερα είναι να ‘χω το πιάτο/ ακόμα και στις δύσκολες καθημερινά γεμάτο».
Παρηγορεί, λυτρώνει και προβληματίζει με τους στίχους του και έμμεσα θέλει να επηρεάσει τη σκέψη του αναγνώστη, να τον κάνει συμμετέχοντα σ’ αυτή τη διασκεδαστική κριτική, να γελάσει με την ανισορροπία του κόσμου και να φωνάξει μαζί του τον στίχο του: «Σε εταιρίες ασύδοτες χωρίς καμιά ντροπή Γυμνές και ούτε φύλο συκής ενδύματος παιδείας Διαπράττουν μια εξόφθαλμη πρωτοφανή κλοπή που προκαλεί αισθήματα λύπης και αηδίας».
Έτσι αναζωογονεί με ποιητικό κριτικό χιούμορ, τις κοινωνικές σχέσεις και αποτελούν ένα γιατρικό στον σύγχρονο παραλογισμό του κόσμου. Τα ποιήματά του αποτελούν μια λογοτεχνική παράλληλη πραγματικότητα που υπονομεύει και ανατρέπει κάθε τι σοβαροφανές.

Της ΔΕΗΣ το κάγκελο Το τζίνι εκειό του Αλαντίν / αν εύρισκα ένα βράδυ θα έφτιαχνα την τύχη μου / σχέση με Γεωργιάδη
Αχ να μου ήταν ξάδελφος ο φίνος ο νταής Διευθυντή θα μ’ έκανε στα φώτα της ΔΕΗΣ.
Χωρίς βαρύγδουπα συναισθήματα προσφέρει εκείνη την ξεκούραστη ευχαρίστηση στον αναγνώστη, σε κάποιους τον γέλωτα, αλλά και συμβουλευτικές προτροπές.
Διαθέτει την απαιτούμενη αυτοειρωνεία και αυτοαναφορικότητα και δίνει με σαρκαστική διάθεση τη δική του άποψη για τα παράλογα της ζωής από μια πραγματικότητα που τον έχει τραυματίσει,
αλλά αυτός κατάφερε το τραύμα του να το κάνει τέχνη και ποίηση και έτσι να κλείσει τη δική του πληγή.

«Κάλιο να έφευγες από δω μ’ ένα παλιό καράβι Να το ’παιρνα απόφαση για μένα δεν υπάρχεις
Μόνο η αγάπη στη ζωή κοστούμια νιότης ράβει
Εσένα σου είναι άγνωστη, γεννήθηκες μονάρχης».

Ασκεί την απαιτούμενη κριτική στην πολιτική και στην εξουσία,
στον λαό, αφού αρκετά ποιήματά του λειτουργούν ως καθρέφτης του
κοινωνικού γίγνεσθαι:
«Πέρα από τη βόλεψη και μόνο τη δική σας
θα θέλαμε να σκέφτεστε και τον λαό σας όλο.
Μα εσείς μας παρατήσατε μ’ ευθύνη ατομική σας
σαν ξύλινα πλεούμενα που ρήμαξαν στον μόλο».
Όμως και ο έρωτας προσεγγίζεται από τον ποιητή ρομαντικά,
αγνά, καθώς και η αγάπη που θέλει να την αντιμετωπίζει ήρεμα, με
ανιδιοτέλεια, χωρίς υπολογισμούς και συναλλαγές:
«Αν φτάσει το σήμα στην καρδιά έλα να φιληθούμε
και αν τύχει να μην είμαι εκεί, μη φύγεις και χαθούμε.
Θα ’χω αφήσει το κλειδί στη γλάστρα, στην μπιγκόνια
μπες και ’γω φτάνω στη στιγμή, με μια αγκαλιά μυρώνια».
Παρόλα αυτά νομίζω ότι η σατυρική ποίηση του ταιριάζει
περισσότερο (ίσως επειδή είναι και ηθοποιός) και η θεατρική κωμική
διάσταση του λόγου τον οδηγεί ευκολότερα, άμεσα ή έμμεσα στη
χιουμοριστική τέχνη του σατυρικού στίχου ακολουθώντας τα αχνάρια
των μεγάλων παλαιότερων του είδους, όπως του Σουρή και του Σούτσου.
«Ναι νίκησαν οι γυναίκες, πώς να μην αντισταθείς
Μετά από χιλιάδες χρόνια, πώς να το αποδεχτείς,
παρελθόν το αντριλίκι, ζόρι και το καθεστώς
όσο και να τρίξεις δόντια, υπολογίζεσαι ποσώς».
Ο Γιάννης Εμμανουήλ, με την κυρίως χιουμοριστική ποίησή του
κινείται μέσα στην κοινωνία και με την «ποιητική εξαπάτηση»
αναμοχλεύει τους χιουμοριστικούς μας αδένες, ελευθερώνει τη λογική,
μηχανορραφεί με το μπρουτάλ – πρωτογενές υλικό και κλείνει το μάτι
στο παράδοξο στίχο:

Θαυμάζω κάποια σύνολα ακόμα που κρατάνε
Συμπόνια και θαλπωρή ποτέ δεν παρατάνε
Στην πρόσκληση του κόκκαλου – ίδια μ’ ένα σκύλο
Όπως την πάτησε ο Αδάμ και η Εύα με το μήλο.
Έτσι χωρίς συμβάσεις, αναπαριστά με την τέχνη του το κοινωνικό
μπάχαλο, λοιδορεί τον έλεγχο της τάχα εξουσίας μας, συνδέεται με το
θυμικό μας και φέρνει στα χείλη του αναγνώστη τη χιουμοριστική του
εκτροπή.
Ο Γιάννης Εμμανουήλ δημιουργός και συμπάσχων, μα πάνω από
όλα συμπαίχτης στο παιχνίδι που πάντα του άρεσε, όπως λέει και ο ίδιος.
Στο παιχνίδι της τέχνης, της ζωής, του κόσμου. Εκεί όπου η σάτιρα είναι
μια προσπάθεια κάθαρσης από τα κακά και δεινά του κόσμου και
παράλληλα υπενθύμιση των ανθρωπιστικών αξιών και του πνευματικού
νοήματος της ζωής.
Η ποίηση του Εμμανουήλ είναι μια έντιμη προσπάθεια ψυχαγωγίας
(αγωγή ψυχής), πνευματικής εξέλιξης, κοινωνικής διδαχής και
αυτογνωσίας.

Βασίλειος Ρ.Φλώρος
bfloros.gr

theatro

 

3

Η εξέλιξη της τέχνης

Η συγγραφή, η υποκριτική και η σκηνοθεσία κάτω από το πρίσμα της βιωματικής εμπειρίας, συντελούν σε αυτό το σκοπό.

1

Η μεταφυσική του θεάτρου

Το μυστήριο του θανάτου και της ζωής. Αυτό το μυστήριο γινόταν ως ένα βαθμό φανερό μέσα από ιεροτελεστικά δρώμενα, όπου ήταν και οι πρώτοι στενοί συγγενείς του θεάτρου.
2

Εμψύχωση βιωματικών ομάδων

Εμψυχωτής είναι κάποιος που εμψυχώνει οποιονδήποτε άνθρωπο ή ομάδα για να δράσει με περισσότερη επιτυχία σε κάτι, που δίνει θάρρος, ελπίδα και συμπόνια που παρακινεί και κατανοεί.
4

Άρθρα που έχουν δημοσιευθεί

Ετυμολογικά η λέξη ποίηση (όπως γνωρίζεται) προέρχεται από το ρήμα «ποιέω-ποιώ». Το «ποιώ» είναι η διπλή αδελφή όψη του ρήματος «πρήσσω- πράσσω- πράττω»..

Επικοινωνία

 

6945768633
vasflo100@yahoo.gr