ΣΑΡΑΝΤΟΣ ΝΤΟΥΦΕΞΗΣ Ο ξεχασμένος ποιητής
ΜΕΣΣΗΝΗ 7/2/2026
Με μεγάλη επιτυχία σε μια κατάμεστη αίθουσα παρουσιάστηκε στο Μουσείο Χαρακτικής Τάκη Κατσουλίδη στην ΜΕΣΣΗΝΗ μια ιδιαίτερη εκδήλωση αφιερωμένη στην ποίηση του Σαράντου Ντουφεξή.
Πρόκειται για μια πρωτοβουλία των Φίλων του Μουσείου Τάκη Κατσουλίδη, καθώς και των φίλων και συμμαθητών του ποιητή.
Ομιλητές:
Ζωή Ντουφεξή
Βασίλης Ρ. Φλώρος
Νίκος Στασινάκης
Ιδέα- οργάνωση: Δημήτρης Δημητρόπουλος
Παρεμβάσεις: Οι συμαθητές, οι φίλοι του
και η κόρη του Ανδρομάχη Ντουφεξή
Την εκδήλωση χαιρέτισε ο Δήμαρχος Μεσσήνης
Γιώργος Αθανασόπουλος
Έπαιξαν Μουσική και τραγούδησαν:
Δημήτρης Χαρλέπας
Δημήτρης Δημητρόπουλος
Γιάννης Ζέρβας
Απαγγελία ποιημάτων: Η ηθοποιός Μικαέλα Βλάχου
Φωτισμός, ήχος: Τάκης Παπαζερβέας
Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε υπό την αιγίδα του Δήμου
Μεσσήνης.
Η ομιλία μου για τον ποιητή
Φίλες και φίλοι, εύχομαι υγεία και χαρές για όλους.
Ευχαριστώ πολύ για την πρόσκληση, ιδιαίτερα τον Δημήτρη τον
Δημητρόπουλο, που είχε αυτή την ιδέα και που όλα αυτά τα χρόνια
προβάλει ανθρώπους από τον τόπο του και στηρίζει τον πολιτισμό στη
Μεσσήνη.
2
Είναι τιμή, χρέος αλλά και ευθύνη να μιλήσεις για έναν καλό
ποιητή. Όταν μου πρότεινε ο Δημήτρης να βρίσκομαι σήμερα ανάμεσά
σας, και να μιλήσω για τον Σαράντο Ντουφεξή, του είπα να τον διαβάσω
πρώτα, γιατί δεν γνώριζα. «Είναι καλός, θα το δεις» μου είπε. Όταν μου
έδωσε ένα βιβλίο του και διάβασα δύο ποιήματά του κατάλαβα ότι είχε
δίκιο.
Γι’ αυτό είναι πολύ δύσκολο να μιλήσεις μέσα σε 15 λεπτά για το έργο
ενός λογοτέχνη και μάλιστα πολυγραφότατου με πάνω από δέκα
ποιητικές συλλογές και με δεκάδες ποιήματα ανέκδοτα.
Στην καλύτερη περίπτωση στοχευμένες αναφορές μπορείς να κάνεις, να
αναφέρεις επιλεκτικά στίχους και ποιήματα που θα δομήσουν ένα
λογοτεχνικό σκελετό να ψυχανεμιστείς την προσωπικότητα του ποιητή,
να αποκρυπτογραφήσεις την ποίησή του, να διατυπώσεις ένα σύντομο
πλαίσιο διεργασίας και ανάλυσης. Έτσι να καταλήξεις σε κάποια
συμπεράσματα και έπειτα να ευχηθείς οι συνάνθρωποι που σε ακούνε να
σε συμπληρώσουν με την εσωτερική τους κρίση, ώστε να βγεί ένα
αξιοπρεπές αποτέλεσμα.
Το ελπίζουμε...
Ο Σαράντος Ντουφεξής, όπως είπαμε, είχε καταγωγή από τη
Μεσσήνη, έναν τόπο που όσοι και όσες καταγόμαστε από αυτόν και την
ευρύτερη περιοχή, γνωρίζουμε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του. Ο
τόπος καταγωγής ενός ανθρώπου ίσως είναι ο μισός εαυτός του, γιατί ο
τόπος καθορίζει σε μεγάλο βαθμό, μαζί με τον χρόνο που έζησε, τη
νοητική, ψυχική και κοινωνική επέκταση του. Πολλές φορές ο τόπος που
γεννήθηκε ένας δημιουργός προβάλλεται στο μετέπειτα έργο του.
Όμως αυτό δεν υσχύει, τουλάχιστον φανερά, στην ποίηση του
Ντουφεξή. Λες και η ποίησή του είναι απαλλαγμένη από τον τόπο
καταγωγής του. Δεν είδα αναφορές ούτε για τη Μεσσήνη ούτε για το
στενό οικογενειακό του περιβάλλον ή για τις παιδικές του θύμισες.
3
Όλη η ποιητική διαδρομή του είναι ένα συνεχές ταξίδι πέρα από
τόπους, ίσως πέρα και από χρόνους. Σα να θέλει να ελευθερωθεί από τον
τόπο και τον χρόνο της εποχής του. Τον ενδιαφέρει ο χωροχρόνος της
κίνησης και όχι η ακίνητη ανάμνηση και η παγωμένη χρονική
φωτογραφική στιγμή.
Όλη την ποιητική διαδρομή του την αντιμετωπίζει σαν ένα ταξίδι
πάνω σ’ ένα τρένο. Η αναφορά στο τρένο υπάρχει σχεδόν σε όλες του τις
ποιητικές συλλογές. Το τρένο του προσφέρει ένα ταξίδι, που όσο ωραίο
και αν είναι, μοιάζει για τον ποιητή αναγκαστικό. Δομημένο πάνω στις
ράγες, στις κοινωνικές επιταγές, στις συμβάσεις και στα πρέπει. Το
ποιητικό του ταξίδι με το τρένο μοιάζει σαν να είναι προκαθορισμένο και
αποφασισμένο, όχι τόσο από τον ίδιο, αλλά τη γενεσιουργό δύναμη μιας
ζωής που προσπαθεί να αποδεχτεί, να εξηγήσει, να φιλοσοφήσει, να την
ορίσει υπαρξιακά, να την απολαύσει τουλάχιστον ποιητικά.
Ας προσπαθήσουμε όσο ποιο σύντομα γίνεται να δούμε αυτό το
ταξίδι μέσα από τα βιβλία του.
Κατατάσσω λοιπόν το ποιητικό του έργο σε τέσσερις ποιητικές
περιόδους.
Την πρώτη του εμφάνιση στη λογοτεχνία, την πραγματοποιεί το
1982 σε ηλικία 34 ετών. Λίγο αργά και σε σχετικά ώριμη ηλικία. Αυτό
βέβαια δε σημαίνει ότι δεν έγραφε και από πριν. Στο πρώτο βιβλίο του με
τίτλο «Ποιήματα» (γενικός τίτλος) και με αφιέρωση στον Γιώργο
Μανιάτη.
Το πρώτο βιβλίο για κάθε ποιητή και λογοτέχνη είναι πάντα ένα
ξεχωριστό βιβλίο. Στην συγκεκριμένη περίπτωση θα τολμούσα να πω
πως το πρώτο βιβλίο του είναι και η πρώτη περίοδος του ποιητή.
Το πρώτο ποίημα αυτής της συλλογής «Φοιτητικά», «Το τρένο για τη
Θεσσαλονίκη, / οι βαλίτσες με τα τακτοποιημένα όνειρα, / στα αντικρυστά
καθίσματα να ακουμπάς / την κούραση στα μάγουλα των κοριτσιών». Είναι
4
το τρένο για το ταξίδι του στην ποίηση, στην ζωή. Το τρένο που
συμβολικά του προσφέρει το ταξίδι της γνωσιακής προσπάθειας για την
εξήγηση του εαυτού του και του κόσμου.
Ο ποιητής από το πρώτο του βιβλίο μετατοπίζεται από το
προσωπικό, στο κοινωνικό βίωμα με μια γλώσσα άμεση, αλλά και
μεταφορική. Ένα βίωμα που γίνεται αγωνία και ειρωνεία για το παιχνίδι
του κόσμου, για την απώλεια της προσωπικής αθωότητας και των
κοινωνικών αξιών.
«Σεβάσμιοι γέροντες στην εξουσία / φορούν τις ιδέες στο πετσί τους
/ σαν το λιγδιασμένο σακάκι περασμένης μόδας/».
Συνεχίζει να παρατηρεί το παιχνίδι του κόσμου στο ποίημα «Ο
συντονιστής κανόνας».
«Το παιχνίδι / θα παιχτεί με τους κανόνες / για τους οποίους είναι
φτιαγμένο./» Αυτός ο κοινωνικός και κριτικός λόγος υπάρχει στα
περισσότερα ποιήματά του. «Ο κύριος Χ», «Καθηγητές από γύψο»,
«Εργάτες» κλπ. Είναι το βασικό χαρακτηριστικό του πρώτου βιβλίου και
της πρώτης ποιητικής χρονικής περιόδου του ποιητή.
Η δεύτερη ποιητική περίοδος του ποιητή αρχίζει από το 1984 με
το δεύτερο βιβλίο του «Έλικες», το βιβλίο μετα-χρονικά που εκδόθηκε το
1985 και συνεχίζεται με τα βιβλία του «Παράλληλοι καθρέφτες» – 1985,
«Σημεία δια-φυγής» – 1986, «Ολόγραμμα» – 1986, «Λεκτικά δίπολα» –
1987.
Παρόλο που είναι δύσκολο και παρακινδυνευμένο να εντάξεις όλα
αυτά τα βιβλία σε μια ποιητική περίοδο ενός λογοτέχνη, γιατί καθένα από
αυτά έχει και ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που θα αποτελούσαν πολλές
ώρες συζήτησης, τόλμησα να το κάνω γιατί είχαν ένα ποιητικό μοτίβο με
πολλές ομοιότητες.
5
Πρώτη ομοιότητα: Το ίδιο μοτίβο τεχνικής του στίχου, η
θεματολογία των ποιημάτων, η υπαρξιακή αγωνία, η μοναξιά η
κοινωνική κριτική που όλα μαζί ρέουν και προς το πλαίσιο μιας
πολιτικής φιλοσοφίας.
Δεύτερη ομοιότητα: Τα συγκεκριμένα βιβλία είναι γεμάτα
αφιερώσεις σε πρόσωπα (μάλλον αγαπημένα) για τον ποιητή, που σου
δίνουν την αίσθηση μιας χειρονομίας προσφοράς, σα να θέλει ο ποιητής
αυτά που κατανόησε και τα έκανε τέχνη, να τα προσφέρει πέρα από τους
αναγνώστες και στους δικούς του ανθρώπους.
Τρίτη ομοιότητα: Οι τίτλοι των βιβλίων (θυμίζω ότι το πρώτο
βιβλίο του δεν είχε τίτλο) σηματοδοτούν όχι μόνο την ψυχική και
νοητική διάσταση του ποιητή, αλλά και την κοινωνική διαδρομή μιας
ολόκληρης εποχής.
Τέταρτη ομοιότητα: Στη δομή των ποιημάτων καθώς
αποτυπώνονται στις σελίδες. Μικρότερα ποιήματα σε μέγεθος με μεγάλα
κενά στη σελίδα. Σαν πρόωρα χαϊκού, σα γνωμικά, ρήσεις και
νουθετήματα (έπαθα και έμαθα).
Στα πέντε βιβλία της περιόδου αυτής, μετά από τους τίτλους των
ποιημάτων υπάρχει ένα μεγάλο κενό μέχρι το κύριο μέρος του
ποιήματος. Θα μπορούσε να το χαρακτηρίσει κάποιος σαν ένα απλό
τέχνασμα παρουσίασης των ποιημάτων από τον εκδότη ή τον ποιητή.
Όμως αν δεις το νοητικό πλαίσιο των ποιημάτων, σου δίνει την εντύπωση
πως πριν το κύριο μέρος του ποιήματος, το μεγάλο λευκό περιθώριο, ο
κενός χώρος θέλει να μιλήσει. Το άπειρο κενό, το σοφό κενό είναι παρόν
παντού και έπειτα το ποίημα μοιάζει σαν κραυγή, σαν μια προσπάθεια
επικοινωνίας, όχι μόνο με τον κόσμο που βλέπω, αλλά με αυτό που δεν
βλέπω και που δεν μπορώ ν’ αντιληφθώ. Το έξω από τον κόσμο, το
«μετα-χρονικά» όπως λέει ο τίτλος του βιβλίου του.
6
Δηλαδή τα πέντε βιβλία της περιόδου αυτής σου δίνουν την
εντύπωση πως μοιάζουν σα δοχεία νοημάτων, που οι λέξεις και οι στίχοι
του συγγραφέα είναι στον πάτο και ο ελεύθερος χώρος γεμίζει από την
κενότητα. Ένα σιωπηλό κενό που μπορεί ενδόμυχα να σημαίνει πως και
το κενό είναι σοφό, αλλά ίσως και μια επιθυμία να απαντήσει και ο
αναγνώστης, να γράψει και αυτός στην κενή σελίδα, να συνομιλήσει με
τον ποιητή.
Η δεύτερη ποιητική περίοδος του Ντουφεξή έχει μεγαλύτερο και
βαθύτερο στοχασμό, περισσότερο συμβολισμό και αφαιρετικότητα. Ο
στίχος του παραμένει λιτός, αλλά με ένα νόημα πιο εσωτερικό. Η
εσωτερική του βουτιά περικλείει και την «Αναδίπλωση», όπως λέει στο
πρώτο του ποίημα στο βιβλίο «Μετα-χρονικά», αλλά και την
«Εξομολόγηση».
«Ζούμε σ’ έναν ρευστό χρόνο, μεθυσμένο από την κβάντωση», λέει
ο ποιητής.
Συνεχίζει τον υπαρξιακό του στοχασμό και δίνει απάντηση με το
βιβλίο του «Παράλληλοι καθρέφτες» ως μια πνευματική αναζήτηση ενός
παράλληλου κόσμου, αφού αυτός ο κόσμος πια μας απογοητεύει.
Οι περισσότεροι θέλουμε να διαφύγουμε από αυτό τον κόσμο. γι’
αυτό στο βιβλίο του με τίτλο «Σημεία διαφυγής» λέει στα ποιήματά του
ότι «έχει έρθει ο καιρός του θερίζειν» και στον «συμπαντικό μας
καθρέφτη» βλέπουμε και κρίνουμε τα ανθρώπινα «σα ναυαγοί του χρόνου
μας» που περιμένουμε μια «ανάσταση» από έναν «αθέατο θεό».
«Ο νόμος της βαρύτητας ξανά μπροστά μας», κράζει ο Ντουφεξής.
Όμως δεν πρέπει να χάσουμε τα «χαμόγελα», λέει ο ποιητής και
συνεχίζει στο βιβλίο του «Ολόγραμμα»:
«Μην απορείς με τις τριμμένες λέξεις
πρέπει να μάθεις να γίνεσαι υπομονή...
σε μυστικές σήραγγες ακροπατώντας».
7
Βιβλίο με ποιήματα με λίγους στίχους, με μια τάση
συμπυκνωμένης φιλοσοφίας και προσπάθεια ολιστικής τοποθέτησης της
ζωής και του εαυτού του. Σαν ένας παρατηρητής του παρελθόντος του.
«Έβλεπε το πορτραίτο του από κάποια απόσταση.
... Λίγο κόκκινο μέσα στο γκρίζο της άγνοιας
λίγο μπλε για παν ενδεχόμενο
μην και στερέψει η θάλασσα και το γαλάζιο
του ουρανού».
Τα χαϊκού επιστρέφουν πανηγυρικά και με ποιητική ειρωνεία.
«Ήταν ευχαριστημένος με τον καθημερινό πονοκέφαλο.
Γέμισε ο τόπος ανθρώπους χωρίς κεφάλι».
«Αγόραζε εις γνώση του κάλπικα νομίσματα...
Ίσως αποκτούσαν μακροπρόθεσμα συλλεκτική αξία».
Η δεύτερη περίοδος του ποιητή κλείνει με το βιβλίο του «Λεκτικά
δίπολα» που από το πρώτο του ποίημα «Μαύρο κουτί» αναφωνεί την
κοινωνία που ζούμε στις μέρες μας, γιατί η καλή ποίηση είναι και
διαχρονική, σχεδόν προφητική:
«Προσδεθείτε / Σας ομιλεί ο αυτόματος
από μηχανής θεός
ο πιλότος και το πλήρωμα
σας εύχονται καλό ταξίδι».
Είναι ένα ταξίδι που η μοναξιά πάντα καραδοκεί.
«Βρέθηκα μόνος σ’ έρημο τοπίο του φεγγαριού
μ’ ένα μήλο στο χέρι».
Αυτό το βιβλίο του το θεωρώ το πιο ποιητικά και φιλοσοφικά
ολοκληρωμένο. Μετατρέπει την ποίηση σε μια ερμηνευτική μέθοδο της
ζωής. Κάνει τον χρόνο ενιαίο. Παρόν, παρελθόν και μέλλον
προβάλλονται ενωμένα με σκοπό την καλύτερη κατανόηση όλης της
8
ζωής. Έτσι ο Ντουφεξής γίνεται σ’ αυτό το βιβλίο ένας περιπατητής της
ίδιας του της ζωής. Ένας διερμηνέας των συμβάντων του κόσμου.
στο ποίημά του «Όνειρο»
«Το πράγμα λέει άρχισε μ’ ένα τερμίτη
που ήξερε να επιμένει»
και συνεχίζει:
«Βολεύτηκαν σε θερμοκήπιο
φόρεσαν καλοντυμένες καλημέρες
προς κάθε κατεύθυνση και περίμεναν»,
λέει στον «Χαρτοπόλεμο» για να απογειώσει τον φιλοσοφικό του
υπαρξιακό και ποιητικό του στοχασμό στο ποίημα «Ευτελών
αντικειμένων».
«Δεν μπορεί, κύριοι, κάποιο λάθος κάνετε
πρέπει να έζησα
έχετε ταυτότητα, πιστοποιητικό γέννησης,
θανάτου μου και αυτά εδώ τα ποιήματα».
Στη δεύτερη περίοδο λοιπόν με αυτά τα πέντε βιβλία του,
περπατάμε στα λιβάδια μιας ποίησης ενδοσκοπικής, εξομολογητικής, με
φιλοσοφική ειρωνία, και κοινωνική κριτική, που αναζητά τα όρια του
ανθρώπινου όντος σ’ αυτόν τον αβέβαιο κόσμο.
Η τρίτη ποιητική του περίοδος περιλαμβάνει τα βιβλία «Έλυτρον
κενού» (1990) και «Πλανήτης παιδιόθεν» (1993).
Εδώ είναι πάλι δίπλα στους ίδιους αιώνιους προβληματισμούς του,
σχεδόν ίδια και η ποιητική του τεχνική. Άλλα σ’ αυτές τις δύο συλλογές
τα κοινωνικά του οράματα και η κοινωνική του κριτική αποτραβιούνται.
Δε μιλά πια περισσότερο για την κοινωνία, αλλά για την μοναχική
του υπόσταση. Λέει χαρακτηριστικά στο ποίημά του «Μογγόλοι»:
«Πώς σας πέρασε τέτοια ιδέα κύριοι; Και βέβαια δεν το σκάω.
Είμαι Μογγόλος εγώ, κι ανάποδα καβαλάω το άλογό μου, ρίχνω βέλη με
9
την ίδια ορμή και πάθος / όπως πάντα. Τότε ακριβώς που δεν τα
περιμένετε».
Από κοινωνικός παρατηρητής γίνεται περισσότερο παρατηρητής
του εαυτού του. Πια τα ποιήματά του μοιάζουν σαν περιπλανώμενα όντα
που ασφυκτιούν σ’ έναν κόσμο που φιλοσοφικά μας τον παρουσιάζει ως
τόπο εξορίας. Εκεί όπου κρυώνεις από την υπαρξιακή σου μοναξιά.
«Κρύα η νύχτα / Πετούσε τα ποιήματα στο τζάκι και οι λέξεις
έσκαγαν σαν σπόροι καλαμποκιού».
Μια μοναξιά θεληματική, σα να επιθυμεί πια ο ποιητής το
περιθώριο της ζωής, αφού ο χώρος της κοινωνικής επαφής και
συνύπαρξης σχεδόν απορρίπτεται και γίνεται χώρος μιας ποιητικής
παρηγοριάς.
Μέσα από τις λέξεις προσπαθεί να αυτοπαρηγορηθεί και να
ελπίζει. «Κάποια στιγμή θα καταφέρω να περάσω τον καθρέφτη και το
είδωλό μου να πάρει τη θέση μου».
Μια προσπάθεια αληθινής αυτοπραγμάτωσης μέσα από την
ποίηση. Μια αληθινή αναμέτρηση με τον ίδιο του τον εαυτό.
Στο βιβλίο «Πλανήτης παιδιόθεν» ο ποιητής από το πρώτο του
ποίημα δηλώνει σχεδόν δηλώνει τη μοναχική απόσυρσή του. «Δεν είχε
τίποτα άλλο να σας προτείνει. Πήρε το πινέλο και αθόρυβα... κλείστηκε στο
δωμάτιό του».
Έτσι κλείνει και η τρίτη ποιητική περίοδος του Ντουφεξή. Το
δωμάτιο συμβολικά είναι ο εαυτός μέσα στο σπίτι του κόσμου. Θα
μπορούσα με να πούμε ότι ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της τρίτης
περιόδου της ποίησης του, είναι ότι γίνεται καθρέφτης για να
διακρίνουμε τον δικό μας μοναχικό δρόμο, τη δική μας κραυγή
απόγνωσης. Γιατί ο άνθρωπος όσο και αν εξελίχθηκε τεχνολογικά στους
αιώνες, μέσα του παραμένει ένα μοναχικό ον που σχεδόν πρωτόγονο με
την έννοια ότι εκείνος ο πρωτόγονος φόβος του, η πρωτόγονη μοναξιά
10
του, η απελπισία του είναι θέματα που δεν τα έλυσε ποτέ. τον
ακολουθούν σε κάθε κοινωνική και ατομική πραγματικότητα, σαν
κακοδαίμονες.
Η τέταρτη περίοδος του ποιητή κάνει την εμφάνιση της με το τελευταίο
βιβλίο του «Ομφάλιος βρόχος» όπου είναι ένα ιδιαίτερο βιβλίο. Έχει
απόσταση μεγάλη από το προηγούμενο δέκα χρόνων, ενώ από το 1982
έως το 1993 γράφει εννιά συλλογές. Εννιά συλλογές δηλαδή μέσα σε
δέκα χρόνια. Ξαφνικά σταματάει την εκδοτική του εργασία το 1993 όταν
γίνεται 45 ετών και ξαναβγάζει ένα βιβλίο μετά από δέκα χρόνια, το
2003, όταν πια είναι 55 χρόνων. Μια πολύ ώριμη ηλικία για έναν
άνθρωπο, για έναν ποιητή.
Ο ποιητής εδώ ξαναεμφανίζεται με τον συμβολικό τίτλο του
βιβλίου του «Ομφάλιος βρόχος». Το αφιερώνει στις κόρες του Τζέλα και
Μάχη. Από το πρώτο του ποίημα δηλώνει ξεκάθαρα πια τις προθέσεις
του, χωρίς συμβολισμούς και τερτίπια. Δηλώνει ότι επιστρέφει, όπως οι:
«Ακροβάτες που ισορροπούν
στο λεπτό νήμα του μυαλού τους
στα άκρα πακτωμένο
χωρίς δίκτυ ασφαλείας από κάτω».
Συνεχίζει στο ίδιο μοτίβο, σα να θέλει να αποχαιρετίσει τον κόσμο.
«Ας έχουμε τουλάχιστον μιαν έξοδο ηρωική
εφόσον ηρωικά δε ζήσαμε».
Μοιάζει σαν ένα βιβλίο που θέλει να συνοψίσει ποιητικά τον βίο
του, εξού και το ποίημά του «Σύνοψη ζωής». Μια κραυγή, ένας
απολογισμός της ύπαρξής του ως φυσικό και ποιητικό ον, που το δηλώνει
ξεκάθαρα πια με το τελευταίο ποίημά του «Κύριοι αυτό τι βιβλίο που
κρατάτε στα χέρια σας είναι η τεφροδόχος μου».
11
Ο «Ομφάλιος βρόχος» λοιπόν το τελευταίο του βιβλίο με
ποιήματα μακριά από τη λυρικότητα. απολογητικά, γεμάτα ειλικρίνεια,
μια ποιητική ενέργεια που σε αγκίζει βαθιά και ανθρώπινα, με μια
μεγάλη καρποφορία νοημάτων και μ’ ένα δυνατο πρόσταγμα
συνειδησης, σχεδόν στα όρια μιας αποστολής (νομίζω εκείνη του ποιητή
που αισθάνεται ο Ντουφεξής) να κάνει τον κόσμο καλύτερο.
Εδώ τελειώνει η πορεία της ποίησης του Σαράντου Ντουφεξή
τουλάχιστον τυπογραφικά. Γιατί όπως πληροφορήθηκα από τον Δημήτρη
Δημητρόπουλο άφησε δεκάδες χειρόγραφα ποιήματα που δεν μπόρεσε ή
δεν ήθελε να εκδώσει.
Συνοψίζοντας και όσο πιο σύντομα μπορώ, η ποίηση του Σαράντου
Ντουφεξή είναι μια ποίηση ταυτόχρονα υπαρξιακή, κοινωνική, πολιτική.
Η ποίησή του καλύπτεται συνεχώς από ένα κοινωνικό χρέος,
ακόμα και στα ελάχιστα ερωτικά του ποιήματα το συναίσθημα με ώριμο
και τεχνητό τρόπο το παραμερίζει για να το υποτάξει στη γενικότερη
εξήγηση του κόσμου.
Ο Ντουφεξής σε όλο το φάσμα της ποίησής του μιλάει ποιητικά
για την πολιτική και κάνει πολιτική με ποιητικούς συμβολικούς όρους και
φιλοσοφικούς στοχασμούς που οικοδομούν την υπαρξιακή σχέση με τον
κόσμο.
Ο Ντουφεξής γράφει μια ποίηση που στο βάθος μας προτρέπει
προς την πολιτική πράξη. Είναι μια προσπάθεια να κάνει τα ποιήματά
του προειδοποιήσεις, σηματοδότες ενός προσωπικού και κοινωνικού
ταξιδιού, που είναι γεμάτο με υπαρξιακές τρύπες, με λακκούβες
συναισθημάτων, με καταστραμμένα οράματα και απότομες στροφές του
τυχαίου, που σε πετάνε συχνά έξω από τις ράγες της ζωής και εσύ πρέπει
να μαζέψεις τα κομμάτια σου και να ξαναβρείς την αναγκαστική πορεία
σου, ώστε να ξανακτίσεις το όποιο νοημά σου, για να μπορέσεις να
αντέξεις τον κόσμο. Αυτό είναι και το τραγικό της ύπαρξής μας.
12
Το ποιητικό έργο του Ντουφεξή εκπέμπει μια βαθιά υπαρξιακή,
κοινωνική και φιλοσοφική διάσταση. Έχει μια συνεπή δράση και έναν
καθολικό χαρακτήρα από τις πρώτες ποιητικές του συλλογές ως τις
τελευταίες. Σ’ αυτή την εξελικτική του πορεία επανεξετάζει με επιτυχία
πάλι τα ζητήματα προσανατολισμένος στην αναζήτηση μιας πιο
ουσιαστικής ζωής, πιο στοχαστικής, πιο ανθρώπινης, πιο ελεύθερης.
Με σύνεση, κριτική διάθεση και με αξιοζήλευτη τεχνική διευρύνει
το προσωπικό βίωμα και το εγώ σε μια πεδιάδα κοινωνικού στοχασμού,
εκεί όπου η βιωματική συνείδηση και η αυτοσυνείδηση συναντά τις
κοινές αγωνίες και καταβολές όλων μας. Το έργο του γίνεται η κοινή
πνευματική εμπειρία των ανθρώπων σ’ αυτό τον κόσμο.
Ο κάθε άνθρωπος μέσα από το έργο του θα βρει σίγουρα πτυχές
του εαυτού του.
Λιτό, αυστηρό, χωρίς εντυπωσιασμούς και τερτίπια λεκτικά μας
δίνει εκείνη την πνευματική πυκνότητα του εσωτερικού και στοχαστικού
εαυτού μας. Πράγματι το ποιητικό του έργο είναι αξιόλογο.
Στηρίζει τη σύγχρονη ελληνική ποίηση και αποτελεί ένα ακόμη
δυνατό κρίκο αυτής της ποιητικής αλυσίδας που αρχίζει από τους
μεγάλους αρχαίους ποιητές μας, φτάνει στους μεγάλους νεότερους και
συνεχίζει μέχρι τις μέρες μας. Είναι η αλυσίδα της πνευματικής μας
αναζήτησης και της αυτογνωσίας.
Αν θα μπορούσα να βρω ένα αδύνατο σημείο στην ποίηση του
Ντουφεξή (υπενθυμίζω ότι όλοι οι ποιητές, γνωστοί, άγνωστοι και
βραβευμένοι έχουν αδύναμα σημεία στην ποίησή τους, κάθε έργο τέχνης,
όσο ολοκληρωμένο και αν μοιάζει, δεν αγγίζει την τελειότητα). Το
αδύνατο σημείο του Ντουφεξή, κατά την προσωπική μου άποψη, είναι
ότι, πολλές φορές ερμηνεύει και προβάλλει μέσα από την ποιητική του
τέχνη και διαδρομή ένα ίδιο μοτίβο, μια μιμητική αναπαράσταση της
υπαρξιακής μοναξιάς.
13
Τα προηγούμενα ποιήματά του έρχονται και επικυρώνουν την ίδια
συναισθηματική αγωγή που ενσωματώνεται αδιάκοπα στο νέο ποιητικό
του δημιούργημα.
Δε μιλάω τόσο για επανάληψη ύφους ή τεχνικής, μιλάω για συνεχή
επανασύνδεση με την τραγικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης.
Λούζεται μέσα στην ίδια του την υπαρξιακή αγωνία,
χρησιμοποιώντας κάθε φορά ένα νέο σαμπουάν, πιο μυρωδάτο, πιο
αφράτο, πιο προσεγμένο, κάθε τόσο σε μικρότερο μπουκαλάκι, πιο απλό,
με λιγότερη διαφημιστικές φιοριτούρες.
Συνειδητά και επαναλαμβανόμενα δηλώνει την προκατάληψή του
για τον κόσμο που τον περιβάλλει, κάθε τόσο τον κρίνει από την αρχή,
αμφισβητεί από την αρχή, ανακυκλώνει από την αρχή τη γνωστή θέση
του για την κοινωνία.
Κάθε βιβλίο του είναι μια προσπάθεια καθαρμού, να ξεπλυθεί και
να ξεβρωμίσει από τις συμβάσεις μιας ζωής που είναι αναγκασμένος να
ζει και του είναι δύσκολο να την αλλάξει. Είναι μια προσπάθεια
προσωπικής και κοινωνικής ανασύστασης, ανάστασης. Μια προσπάθεια
ελευθερίας από το ίδιο το βάρος της ύπαρξης. Μια προσπάθεια
αναδημιουργίας του κόσμου, σ’ έναν καλύτερο κόσμο.
Η ποίηση του Ντουφεξή είναι και μοναχική, γεμάτη από πινελιές
συναισθημάτων αυτής της επαναλαμβανόμενης τραγικότητας.
Προσέξτε όμως! Αν αυτό εκ πρώτης όψεως φαίνεται μειονέκτημα
στο βάθος η ποίησή του το επικαλύπτει. Γιατί η τραγικότητα της ποίησής
του δεν είναι ομολογία ή παραδοχή ότι είμαστε μοιραίοι και σαπίζουμε
στη ζωή. Απουσία νοήματος.
Κάνουμε ατομικές και κοινωνικές προσπάθειες για να
μετατρέψουμε όλη αυτή τη νοσηρή πραγματικότητα σε μια πνευματική
εξήγηση της ζωής. Μέσα από την ποίησή του αυτή την απέλπιδα
αποσύνθεση του κόσμου μπορούμε να τη νοηματοδοτήσουμε, να την
14
κάνουμε γνώση, έρευνα, ελπίδα και μια μετάβαση προς ένα νέο,
καλύτερο κόσμο. Προς ένα πιο ολοκληρωμένο νόημα της ζωής μας.
Δεν είναι μια τραγικότητα που παραδίδεται στον λαβύρινθο της ζωής
και χάνεται μαζί με την ποίηση και τον ποιητή στις στοές μιας
κατάθλιψης. Το τραγικό, όπως και στους αρχαίους τραγικούς ποιητές
μεταβιβάζεται στην περιοχή της ευθύνης. Η τραγικότητα είναι ευθύνη,
είναι χρέος, είναι φώτιση και ταυτόχρονα μια γνωσιακή προσπάθεια, μια
πνευματική λάμψη.
Ο Ντουφεξής είναι ταυτόχρονα τραγικός, υπεύθυνος και πνευματικός
ποιητής.
Ενσωματώνει στον ποιητικό του λόγο την προσωπική του και
κοινωνική ζωή, πολλές φορές απολογείται σαν Σίσσυφος για το βάρος
του κόσμου που σπρώχνει, για το βάρος του εαυτού του.
Τα ποιήματά του μοιάζουν σαν υλικά που προσπαθούν να
συγκολλήσουν τα ρήγματα της ζωής του και τα ρήγματα ενός κόσμου
που συνεχώς παρουσιάζει εντροπία και αυτός προσπαθεί να τσιμεντάρει
τις σχισμές χωρίς να ξεπέφτει και να καταντάει θλιβερός, αλλά παραμένει
ως το τέλος υπεύθυνος, προειδοποιητικός και πνευματικός.
Δημιουργός μιας ποιητικής γραφής, που ενώ μοιάζει κάποιες
φορές σα να την έχει γράψει ένας νεκρός, στην ουσία όμως έχει τέτοια
δίψα μέσα της για ζωή, για εκείνη τη ζωή που οφείλαμε να ζήσουμε και
οι περισσότεροι δε ζήσαμε, για εκείνη την καλύτερη ζωή που πρέπει να
χρωστούν οι άνθρωποι στον εαυτό τους, αλλά και στις επόμενες γενιές.
Αξίζει να διαβαστεί η ποίησή του και από τους νεότερους γι’αυτό
προτείνω την έκδοση μιας ανθολογίας με τα καλύτερα ποιηματά του, ή
τουλάχιστον μια ιστοσελίδα η το φεισμπουκ, γιατί ούτε στο διαδίκτυο
μπορείς να βρεις εύκολα ένα ποιημά του.
15
Κλείνω αυτή την ποιητική του εκδοτική διαδρομή από το 1982-
2010 με τα δικά του λόγια:
«Κερδίζεις την αιωνιότητα
μ’ όλα τα μέσα.
Με πόδια, με χέρια, με το κεφάλι,
με τη γλώσσα.
Προπαντός με τη γλώσσα.
Γιατί – το ’χω ξαναπεί –
εν τέλει ην ο λόγος».
Το σίγουρο είναι ότι ο Σαράντος Ντουφεξής με τον ποιητικό του
λόγο κέρδισε την ποιητική αιωνιότητα.
Σας ευχαριστώ





